εὐέφικτος

εὐέφικτος, ον,
A easy to find in use, current, ἡ τοῦ ἄρθρου παράθεσις, ἡ εἰς τὸ πληθυντικὸν μετάθεσις, A.D.Synt.44.26, 185.21, prob. in Phld. Rh.2.254, cf. 1.63 S.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ευέφικτος — εὐέφικτος, ον (Α) ο ευκολοκατόρθωτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + εφ ικτός (< εφ ικνούμαι «τείνω, σκοπεύω»)] …   Dictionary of Greek

  • εὐέφικτος — easy to find in use masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐέφικτον — εὐέφικτος easy to find in use masc/fem acc sg εὐέφικτος easy to find in use neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.